οὐρήθρα


οὐρήθρα
οὐρήθρα, , Uringang

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • οὐρήθρα — οὐρήθρᾱ , οὐρήθρα urethra fem nom/voc/acc dual οὐρήθρᾱ , οὐρήθρα urethra fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθρᾳ — οὐρήθρᾱͅ , οὐρήθρα urethra fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουρήθρα — (Ανατ.). Πόρος ή σωλήνας, από τον οποίο αποβάλλονται τα ούρα, που βρίσκονται στην ουροδόχο κύστη. Στους άντρες, από την ο. αποβάλλεται και το σπέρμα. Στους άντρες εξάλλου η ουρήθρα αρχίζει από το στόμιο της κύστης, περνά από τον προστάτη αδένα,… …   Dictionary of Greek

  • ουρήθρα — [уритра] ουσ. Θ. мочевой канал …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ουρήθρα — η σωλήνας εξόδου των ούρων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • οὐρήθρας — οὐρήθρᾱς , οὐρήθρα urethra fem acc pl οὐρήθρᾱς , οὐρήθρα urethra fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθραν — οὐρήθρᾱν , οὐρήθρα urethra fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθρη — οὐρήθρα urethra fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθρην — οὐρήθρα urethra fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθρης — οὐρήθρα urethra fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρήθρῃ — οὐρήθρα urethra fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.